Μαίρη Κατράντζου: «Συνέχεια φοβόμουν ότι θα στερέψω από ιδέες»

Για το φετινό TEDx Athens “The Ones Who Do” έχουν γραφτεί τα πάντα. Εγώ θα πω ότι αυτή ήταν μία από τις λίγες μέρες της ζωής μου μέχρι σήμερα που στο τέλος της (μετά από 17 ώρες στον Ελληνικό Κόσμο) ένιωθα πλούσια, χαρούμενη, αισιόδοξη, inspired και τυχερή. Γιατί είχα την ευκαιρία να δω και να ακούσω  ενδιαφέροντες ανθρώπους να αφηγούνται μέσα σε 18 λεπτά ο καθένας τη δική του ιστορία, πώς τα όχι, τα “δεν γίνεται”, οι αποτυχίες, τα αδιέξοδα τους οδήγησαν στη δημιουργία, την προσφορά, την επιτυχία (όχι απαραίτητα την εμπορική).

Και ένιωσα λίγο παραπάνω τυχερή γιατί μαζί με την φίλη, fashion editor Αφροδίτη Γκόγκογλου, συναντήσαμε τη Μαίρη Κατράντζου, στο ταλέντο της οποίας υποκλίνομαι. Μαζί με μια παρέα fashion bloggers καθήσαμε στο lounge του ημιόροφου για να συζητήσουμε μαζί της και ενώ η συνέντευξη ήταν υπολογισμένη να διαρκέσει 20 λεπτά, φτάσαμε να μιλάμε για πάνω από μια ώρα. Γιατί η Μαίρη Κατράντζου είναι η Βασίλισσα των Prints, αλλά κυρίως είναι ένα εκπληκτικό, ζεστό, προσγειωμένο, προικισμένο πλάσμα που θέλεις να βρίσκεσαι κοντά του, να νιώθεις την αύρα του.

 

Σας αφήνω να απολαύσετε, λοιπόν, το guest post της Αφροδίτης Γκόγκογλου με όσα μας είπε η Μαίρη Κατράντζου.

 

Νιώθοντας λίγο δέος, πολύ άγχος, ενθουσιασμό αλλά και έντονο θαυμασμό, συναντήσαμε -ως μέλη μίας μικρής ομάδας fashion bloggers και δημοσιογράφων-την Μαίρη Κατράντζου στο Tedx Athens. Λίγες ώρες πριν την συνάντηση, το ίδιο πρωί, η fashion designer που έγινε διάσημη για την αγάπη της στα prints αλλά και την ικανότητά της να τα ενσωματώνει σε “δομημένες” σιλουέτες, μίλησε στο event, όπου εξήγησε στο κοινό ότι, ένα από τα βασικά συστατικά της επιτυχίας της υπήρξε και η ανασφάλεια αλλά και ο φόβος που ένιωθε την εποχή της φοίτησής της στο Central Saint Martins, που την έκαναν να πεισμώνει και να προσπαθεί περισσότερο. Ήδη, από την ομιλία της, μας είχαν “χτυπήσει” τα πρώτα καμπανάκια ότι, απέναντί μας έχουμε έναν άνθρωπο αναμφισβήτητα πολύ ταλαντούχο, αλλά και απόλυτα φυσιολογικό και προσγειωμένο. Όταν ήρθε η ώρα να την γνωρίσουμε από κοντά, τα “καμπανάκια” επιβεβαίωσαν την αίσθησή μας, αφού η Μαίρη αφενός μεν μας έκανε να αισθανθούμε αμέσως πολύ άνετα μαζί της, αφετέρου είχε την ευγένεια να απαντήσει υπομονετικά στις ερωτήσεις μας, παρότι ήταν πολλές και μία φίλη της την περίμενε στην άλλη άκρη της Αθήνας. Ακόμα πιο συμπαθητική την έκανε η παραδοχή της ότι, η ανασφάλεια για την δουλειά της δεν την εγκατέλειψε ποτέ. Ίσως αυτό να είναι και η κινητήριος δύναμή της.

 

Mary Katrantzou Fall-Winter 2012

 

Φυσικά, η πρώτη ερώτηση- παρατήρηση δεν θα μπορούσε παρά να αφορά αυτό ακριβώς. Πώς, δηλαδή, νιώθουμε όλοι φόβο, κάθε φορά που πρέπει να εκτεθούμε προκειμένου να πετύχουμε κάποια πράγματα και ότι, πολλές φορές, η τελειομανία είναι αυτή που μας εμποδίζει, τελικά, από το να κάνουμε τα πράγματα που θέλουμε. «Φοβάμαι αρκετά, για να είμαι ειλικρινής. Η αλήθεια είναι ότι ακόμα το περνάω αυτό, δεν μου έχει φύγει τελείως. Με πιάνει μέχρι και σε πιο μικρά projects, και απλά δεν τα αγγίζω, μέχρι να έχω μία καλή ιδέα. Καμία φορά, όταν πια δεν προλαβαίνω, αναγκάζομαι να τα φέρω εις πέρας. Παλιότερα είχα την ευελιξία να μην πιέζομαι χρονικά- τώρα πια έχω deadlines, σύμφωνα με τα οποία πρέπει να δουλέψω. Με τις συλλογές πλέον είναι πιο εύκολο απλώς να ξεκινήσουμε, νομίζω ότι, τώρα πια που έχω την ομάδα μου, τους δίνω την ιδέα της συλλογής και ξεκινάμε. Απλώς θέλεις να είναι καλή η ιδέα, ώστε και η ομάδα να έχει ισχυρό κίνητρο. Την έχω ακόμα αυτή την τελειομανία- παρόλο που έλεγα ότι την έχω ξεπεράσει, στην πραγματικότητα δεν έχω ξεπεράσει τίποτα, απλώς αισθάνομαι ότι πια έχω μπει σε μία άλλη νοοτροπία, ότι πλέον αυτής της φύσης τα προβλήματα είναι OK, και ότι όσο μπορώ να συνεχίζω και να κινητοποιώ τον εαυτό μου, είναι ΟΚ να υπάρχουν και οι ανασφάλειες».

 

Σου έχει συμβεί ποτέ να πεις “σταματάω- δεν την παλεύω άλλο”;

«Δεν μου έχει συμβεί ακόμα. Δεν λέω ποτέ ότι δεν την παλεύω άλλο, αλλά φοβάμαι την στιγμή που μπορεί να το πω. Αισθάνομαι ότι επειδή είμαι ακόμα στην αρχή έχω πράγματα να δώσω και πολλά ακόμα που θέλω να κάνω, και δεν νιώθω ξεθεωμένη. Έχω φτάσει στο σημείο να είμαι άυπνη τρεις μέρες, και να ξεπερνάω την κούραση και να είμαι απολύτως καλά πάλι. Φοβάμαι, όμως, ότι, αν κανείς είναι απολύτως εξουθενωμένος μπορεί κάποια στιγμή να πει “αυτό ήταν, κλείνω τα παντζούρια και δεν ξανακάνω τίποτα”».

 

Φοβάσαι μήπως η έμπνευση κάποια στιγμή σε εγκαταλείψει; Μήπως οι ιδέες σου στερέψουν;

«Συνέχεια φοβόμουν οτι θα στερέψω, αλλά μετά αποφάσισα ότι τελικά η έμπνευση δεν χρειάζεται να είναι η πιο ιδιαίτερη- από ένα σημείο και μετά αρχίζεις και δημιουργείς έναν τρόπο σκέψης και έναν τρόπο δουλειάς πιο καλλιτεχνικό, όπου μπορείς να πάρεις οποιαδήποτε ιδέα και να την κάνεις κάτι καινούργιο. Περισσότερο έχει να κάνει με το τι θα την κάνεις την έμπνευσή σου. Ξεκίνησα θεαματικά και φοβόμουν ότι θα ξεμείνω από θέματα. Έκανα τα μπουκάλια, έκανα τα δωμάτια έκανα τα χαρτονομίσματα, έκανα τα μολύβια, και μετά τι; Έκανα ό, τι υπήρχε μες στο σπίτι μου. Νομίζω ότι κάποια στιγμή η έμπνευση μεταφέρεται και θέλεις να βλέπεις την δουλειά σου πιο γενικά. Από εκεί και πέρα αισθάνεσαι ότι μπορείς να διευρύνεις την έμπνευσή σου. Η επόμενη συλλογή μου, ας πούμε, δεν έχει να κάνει με prints αντικειμένων. Περισσότερο λειτουργώ με βάση το τι φαίνεται σωστό για τη συγκεκριμένη σεζόν, τον τρόπο που θέλω να διαφοροποιηθώ από την προηγούμενη συλλογή μου, ποια θα είναι η θεματολογία που θα μου επιτρέψει να το κάνω αυτό. Πιο πολύ νομίζω ότι αυτό είναι. Ή το γεγονός ότι, κάποια πράγματα μου φαίνονται η λογική συνέχεια. Καμία φορά αισθάνομαι ότι υπάρχουν πράγματα που δεν τα έχω πει- ή που μπορώ να τα πω με έναν τελείως διαφορετικό τρόπο».

Mary Katrantzou Spring-Summer 2013

 

Πιστεύεις ότι, αν μετά τις σπουδές σου επέστρεφες στην Ελλάδα, θα μπορούσες να έχεις κάνει καριέρα εδώ;

«Για μένα θα ήταν πάρα πολύ δύσκολο γιατί η δουλειά μου είναι αρκετά ιδιαίτερη και με βοήθησε πολύ το γεγονός ότι είχα στήριξη από το British Fashion Council και από κάποιους ανθρώπους του fashion industry που έχουνε τη δύναμη να υποστηρίξουν κάποιον και αυτό να σημάνει κάτι. Νομίζω ότι ο διεθνής Τύπος δεν ασχολείται πολύ με τη μόδα στην Ελλάδα. Ήδη και στο Λονδίνο το ενδιαφέρον είναι μικρότερο από αυτό που είναι στο Μιλάνο. Θα ήταν δύσκολο, για αυτό που κάνω εγώ, γιατί είναι πιο ιδαίτερο, οπότε θα χρειαζόταν να πείσω τον κόσμο ότι αυτό που προτείνω είναι κάτι καλό. Κάποιος με μία λιγότερο “έντονη” ματιά, λιγότερο διαφορετική από αυτό που ήδη υπάρχει, θα το έβρισκε πιο εύκολο. Εγώ χρειαζόμουν αυτό το σύστημα στήριξης, αλλά θεωρώ ότι μπορεί κανείς να κάνει καριέρα και από εδώ».

 

Τι θα συμβούλευες ένα παιδί που ζει στην Ελλάδα και ονειρεύεται να κάνει καριέρα στον κόσμο της μόδας;

«Γενικά πιστεύω ότι αν αγαπάς κάτι και είσαι αρκετά αφοσιωμένος σ’ αυτό μπορεί σου να πάρει περισσότερο χρόνο, μπορεί τα βήματά σου να ειναι σχετικά διαφορετικά, αλλά -παρόλο που είμαι τελείως μακριά από το πώς θα μπορούσε να γίνει εδώ- για μένα η διαφορά είναι απλώς ότι θα στήσεις την δουλειά σου εδώ, θα στήσεις την δουλειά σου στη χώρα που θες να ζεις. Φτιάχνεις και αρχίζεις να μεγαλώνεις την εταιρεία σου -τουλάχιστον σε πρώτο επίπεδο- στην ίδια σου την χώρα. Που είναι ουσιαστικά αυτό που έκανα εγώ στο Λονδίνο. Απλώς πιστεύω ότι κάτι τέτοιο θα έπαιρνε πιο πολύ καιρό, μόνο γιατί η Αθήνα δεν είναι κέντρο όταν μιλάμε για τη μόδα μεμονωμένα και την εβδομάδα μόδας. Οπότε υποθέτω ότι εδραιώνεσαι όσο μπορείς στην Ελλάδα και από εκεί και πέρα θα πρέπει να συναντήσεις κόσμο που ξέρεις ότι σε ένα πιο παγκόσμιο επίπεδο, μπορεί να σε προωθήσει. Φτάνει η δουλειά σου να είναι αρκετά καλή ώστε να την δείξεις σε κάποιον που θα πιστέψει σε αυτήν και που θα σε φέρει, την κατάλληλη στιγμή, σε επαφή με τους κατάλληλους ανθρώπους. Δεν νομίζω ότι, αφόσον κάποιος πιστεύει στην δουλειά σου, έχει τόση σημασία το πού είναι η έδρα σου. Πλέον, βγαίνουνε τόσοι πολλοί, καλοί σχεδιαστές που, για να ξεχωρίσεις, πρέπει να έχεις κάτι ιδιαίτερο. Η Ελλάδα δεν έχει συγκεκριμένη fashion ταυτότητα. Αυτό μπορεί να το κάνει πιο δύσκολο, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είναι ακατόρθωτο. Σημαίνει ότι πρέπει να έχεις μία πάρα πολύ καλή συλλογή. Υπάρχει τρόπος, αλλά δεν είναι όσο εύκολο είανι για κάποιον, εξίσου καλό, που ζει στο Λονδίνο. Νομίζω ότι ακόμα και στη Γαλλία, και οπουδήποτε είναι πιο δύσκολο. Νομίζω ότι στο Λονδίνο σου δίνεται ευκολότερα η ευκαιρία, γιατί ο κόσμος ψάχνει εκεί για νέα ταλέντα».

Mary Katrantzou Spring-Summer 2013

 

Δείχνεις τις συλλογές σου, δύο φορές τον χρόνο. Νιώθεις πίεση που πρέπει να είσαι δημιουργική σε αυτούς τους συγκεκριμένους ρυθμούς;

«Όχι, γιατί σκέφτομαι ότι άλλοι δείχνουν εφτά φορές τον χρόνο και νιώθω καλύτερα! Πίεση υπάρχει, αλλά περισσότερο στην σκέψη- δηλαδή δεν νιώθω ότι κουράζομαι, νιώθω την πίεση ότι μπορεί, αυτό που κάνω, να μην έχει κάτι καινούργιο να πει, να μην έχω κάποια καλή ιδέα. Αυτό που έχω βρει σαν μηχανισμό άμυνας απέναντι σε αυτό το συναίσθημα είναι να σκέφτομαι ότι η έμπνευση μπορεί να έρθει από οπουδήποτε. Το θέμα είναι μετά τι θα κάνεις με αυτήν. Νομίζω ότι το πρόβλημα αρχίζει όταν δεν έχεις μόνο δύο συλλογές, όταν έχεις και Resort, και αξεσουάρ, και αντρικά κλπ.».

 

Θα αναλάμβανες ποτέ χρέη διευθύντριας σε έναν μεγάλο, διεθνή οίκο;

«Πιστεύω ότι η στήριξη πρέπει να δίνεται σε ανθρώπους της νεότερης γενιάς, που θέλουν να κάνουν τον δικό τους οίκο. Με κουράζει λίγο η ιδέα της αναβίωσης οίκων που δεν υπάρχουν. Κάποιοι από αυτούς έχουν κλείσει εδώ και πολλά χρόνια, δεν ξέρει κανείς περί τίνος ακριβώς πρόκειται και πρέπει οπωσδήποτε να βρούμε σχεδιαστές να τους αναλάβουν, την ώρα που ούτε και οι ίδιοι δεν ξέρουν ακριβώς τι ήταν ο εκάστοτε οίκος. Αυτό το θεωρώ λίγο λάθος. Πρέπει να δίνετια η ευκαιρία σε νέα άτομα. Υπάρχουν πολλοί, μεγάλοι οίκοι που τα πάνε φανταστικά- εννοώ ότι και τα ρούχα τους έχουν εμπορική επιτυχία, και σχεδιαστικά είναι πολύ δυνατοί. Δεν χρειαζόμαστε άλλο από αυτό. Από την άλλη, βέβαια, αν η πρόταση ερχόταν από κάποιον οίκο που θα αισθανόμουν ότι θα ταίριαζε σωστά σε εμένα και εγώ σε αυτόν, και, ταυτόχρονα, ερχόταν την σωστή στιγμή για την καριέρα μου, μπορεί να μην μπορούσα να πω “όχι”. Μπορεί με κάποιο τρόπο η πρόταση να με παράσερνε μαζί της. Αλλά αυτή τη στιγμή, σε αυτή την φάση της ζωής μου, δεν θα ήμουν θετική. Αν αυτό που κάνεις πάει καλά, σχεδιαστικά και εμπορικά, και εφόσον θέλεις να αφοσιωθείς σε αυτό, είναι πάρα πολύ δύσκολο να αναλάβεις έναν άλλο οίκο και να τα κάνεις όλα ταυτόχρονα. Νομίζω ότι κάπου υποχρεωτικά θα πρέπει να δώσεις περισσότερο βάρος. Ειδικά όταν μιλάμε για έναν χώρο που πρέπει συνέχεια να βγάζεις κάτι καινούργιο, να ανακαλύπτεις τον εαυτό σου και να μεταλλάσσεσαι. Νομίζω ότι είναι κάτι αρκετά δύσκολο, που οι περισσότεροι δεν καταφέρνουν- με εξαίρεση τον Marc Jacobs που έχει καταφέρει να διατηρεί πολύ “δυνατά” και τον Louis Vuitton και τα δύο προσωπικά labels του».

 

Photo Credit: Mary Katrantzou’s Portait via fashiontelegraph.co.uk

 

 

2 Σχόλια μέχρι τώρα

Σχολιάστε:

XHTML: Μπορείτε να κάνετε χρήση των εξής tags: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>